Κι αν είναι αυθεντικά ποπ οι Άλπεις, μην τις φοβάσαι…

0
40
Με τη νέα ταινία του Λάνθιμου, η εκδρομή που αποφασίζουμε να πάμε είναι πολύ ορεινή, ομιχλώδης, παγωμένη.

Από την Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο
www.thinkingonfilms.blogspot.com

Η αίσθηση όσο περνάν έργα από τα μάτια και το μυαλό αρχίζει και γίνεται κρυστάλλινη, και οι Άλπεις του Γιώργου Λάνθιμου μοιάζουν απλά η κορυφή του παγόβουνου. Η μυρωδιά της εποχής περιβάλλει ένα παιδί που για κάποιο λόγο γίνεται αντιληπτό ως παγωμένο. Στα αυτιά  η έκφραση νεκρό παιδί προκαλεί πολύ υψηλά αμυντικά τείχη για να προφερθεί. Αντίθετα, με παρρησία λεκτικοποιούμε εικόνες για την παιδικότητα…την παιδική ηλικία. Θέλουμε να την σώσουμε. Να τη φυλακίσουμε…Να τη βαλσαμώσουμε.

Οι συνήθειες που συνοδεύουν το πένθος για κάθε λαό ίσως είναι ενδεικτικές. Ενώ άλλοι πολιτισμοί δεν γνωρίζουν καν την έννοια παρατεταμένος θρήνος, ζουν το παρόν της απόγνωσης όταν χάνουν κάποιον και απλά αφήνονται στη ροή ενός ποταμού για να ξεπλυθούν από τον πόνο, η τάση κατακράτησης ο,τιδήποτε είναι τελειωμένου νιώθεις ότι είναι σχεδόν ψυχαναγκαστική εδώ γύρω. Το ποτάμι στη χώρα έχει παγώσει, κανένα σώμα δεν μπορεί να αφεθεί. Οι γονείς δυσκολεύονται να αφήσουν τα παιδιά να φύγουν…

Με τη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «Άλπεις», η εκδρομή που αποφασίζουμε να πάμε είναι πολύ ορεινή, ομιχλώδης, παγωμένη. Γιατί θαμμένο στα πυκνά παπλώματα χιονιά βρίσκεται ένα παιδί. Ο Κυνόδοντας πρόπερσι αποκαλύφθηκε μέσα από αμυντικά γέλια, και αποκάλυψε αυτό το παιδί  κουλουριασμένο ασφυκτικά στη μήτρα του πορτμπαγκάζ. Πριν είδαμε την αλήθεια απογυμνωμένη. Ο τρόμος, μέσα και έξω από την ταινία ήταν επώδυνος, οπότε η επιστροφή στο κέλυφος που ξύνουμε με μανία τόσο χρόνια να ήταν αναπόφευκτη.

Τι είναι ανάγλυφο στο κέλυφος; Μία ευθυγραμμισμένη ομίχλη σχέσεων κουρδισμένα τυπικών. Όσο κι αν ψάξει κανείς δεν βρίσκει ούτε μια σχέση ισότιμη στο σύμπαν της ταινίας. Οι κοπέλες των  βουνών, σα να αναπαριστούν τα παιδιά που δεν αφήνουν οι γονείς να φύγουν. Δεν αντέχουν. Υπονοείται από το κομμένο από το νυστέρι της κάμερας creepy παπουτσάκι της Λαμπέρ όταν κανονίζουν τα του αλπικού ταξιδιού. Φαντάσματα είναι. Θέλουν να γίνουν θλιμμένο αντίγραφο  φόρου τιμής σε μια ιδέα. Ενώ ο προορισμός τους είναι απλά να είναι ποπ…

Η πρωταγωνίστρια σφετερίστρια του ακόμα ζεστού κρεβατιού μιας τενίστριας. εμπλέκεται με το άλλο φύλο σε ένα ποταμό ταυτίσεων. Όμως, κατά βάση γίνεται αντιληπτή ως κόρη, κολυμπά και παρακαλά εκείνη την πατρική φιγούρα να την αφήσει στο νερό λίγο ακόμα. Φροντίζει τα μάτια του πατέρα της, μήπως και δει καθαρά, ή μήπως και τον αντικρύσει η ίδια χωρίς το οφθαλμικό τσούξιμο.  Μετά γίνεται μάνα, εμπλεκόμενη ως φάντασμα της κοπέλας που αντικαθιστά με έναν έφηβο, και κάνοντας ένα οργισμένο βήμα στο να αποχωριστεί τον πατέρα, ποτίζοντας με ροκ γρατζουνιές τους τοίχους του δωματίου της.

Το οδοιπορικό της πρωταγωνίστριας προς το να ταυτιστεί με κάτι που θα την προχωρήσει συναισθηματικά δεν τελειώνει έτσι εύκολα. Αφού απορρίπτεται, πάντα για το καλό της, από την οικογένεια, γυρνά στη δική της. Κι αν ο πατέρας του Άττενμπεργκ συμβολοποιούσε, εδώ ο πατέρας δε βλέπει, δεν ακούει, δε μιλάει. Φεύγει και είναι ζωντανή, μπαίνει το αμάξι και δεν κλείνεται ούτε κι αυτή στο πορτμπαγκάζ. Ψάχνει να ζευγαρώσει με μια μαμά, να ταυτιστεί μαζί της, και το βρίσκει σε ποπ χορούς. Είναι το χαμένο αδερφάκι στο φράκτη του Κυνόδοντα που έπιασε το κομματάκι κέικ…Τι θα κάνει όμως με αυτό;

Από την άλλη, η έμφυτα ποπ αθλήτρια διεκδικεί την ανάδειξη της φύσης της από την πατρική φιγούρα του εκπαιδευτή.» Είσαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου!» Η φράση είναι τρένο πλοκής που διασχίζει τις Άλπεις. Φράση που επισφραγίζει την υλική προσφορά κάθε γονέα στη γενιά μας. Φράση που κάθε γονέας επιθυμεί να ακούσει, γιατί δεν μπόρεσε να την αρθρώσει στο δικό του γεννήτορα, όταν το φαγητό στο συναισθηματικό του πιάτο  δεν ήταν αρκετό.

Φυτεύονται στη σκηνή της απόπειρας αυτοκτονίας της, αφού ο προπονητής επιμένει να μην την αφήνει να είναι ποπ, τρεις σφαίρες στο μυαλό: Αυτοκτονία, ποπ, παιδικό σώμα που φυλακίζει την ενηλικίωση. Δε χρειάζεται πια μια ταινία να έχει ήρωες εφήβους για να πει πως οι σημερινοί τριαντάρηδες είναι ακόμη έφηβοι, όπως έγινε κάτω από μια παγωμένη λιακάδα στον Κυνόδοντα. Αρκεί μια αθλήτρια με παιχνιδιάρικη συμπεριφορά και εσκεμμένα εφηβικό κορμί.

Κι αν στο Άττενμπεργκ η κοπέλα αφήνει το νεκρό πατέρα να φύγει και απλώνει το χέρι σε μια ισότιμη ερωτική σχέση, εδώ η ηρωίδα σφετερίστρια δεν μπορεί, αφού η προηγούμενη σχέση δεν υπήρξε το ίδιο υγιής. Σαν το σενάριο να ανοίγει διάλογο τόσο με τον Κυνόδοντα όσο και το Άττενμπεργκ, συνενώνοντας το σοκ με τη θλίψη. Εδώ ξεδιπλώνονται συναισθήματα και ίσως αυτό γίνεται ακόμα πιο σοκαριστικό και ταυτόχρονα οικουμενικό.

Το φύλο εν τέλει δεν έχει καμία ουσιαστικά σημασία στον τρόπο που σχετίζονται οι ήρωες, με την έξυπνη αποφυγή της απεικόνισης οποιασδήποτε ομοφυλοφιλικής ιδέας. Οι, ειρωνικά αυστηρά, ετεροφυλοφιλικές σχέσεις είναι κατά βάση σχέσεις παιδιού γονιού. Μάλιστα, νομίζει κανείς ότι μητρικές ιδιότητες αποδίδονται σε άντρες τιμωρούς, εξισορροπώντας την εντύπωση που έχουν όλοι για την ελληνίδα μάνα και ίσως μοιράζοντας έτσι τις ευθύνες του ταχταρίσματος των παιδιών που τα καθηλώνει στην αγκαλιά τους.

Η ταινία προχωρά σε ένα ειρωνικό κλείσιμο ματιού στο Κεν Παρκ, με αναφορά σε όλο το indie σινεμά. Γιατί προσφέρει μια ευκαιρία για το διαφορετικό ανεξάρτητο κινηματογράφο στη χώρα μας, που βρίσκεται ακόμα στα προκαταρκτικά, όπως η αναφορά στη σκηνή φροντίδας της γυναίκας σε μία από τις απρόσμενες γυμνές περιπτύξεις, παρά την ψύχρα των οροσειρών.

Η φιλία, από την άλλη,  παρουσιάζεται ως φροντίδα με αυστηρά καθορισμένους όρους. Η σκηνή με την αρχικά, νοσοκόμα που ως άλλη ψυχολόγος στολίζει με μπαλάκια προβολών της την ετοιμοθάνατη τενίστρια, την ίδια στιγμή διεκδικώντας το παιδικό της κρεβάτι είναι χαρακτηριστική.

Απομιμήσεις παιδιών οι ενήλικες χορεύουν αυτιστικά και την ίδια στιγμή στην απόλυτη διάθεση των ματιών των παρατηρητών τους. Τους ζητάν να φωτίσουν με τα βλέμματά τους μια κιτς ντισκομπάλα. Μία ντισκομπάλα που θέλει να είναι ποπ αλλά της λείπει ο απαραίτητος αυθορμητισμός που σε οδηγεί προς αυτή.

Τα σκηνικά πια έχουν ως σημείο εκκίνησης τα 90’s. Μήπως τελικά ο Κυνόδοντας αναφερόταν στην παιδική ηλικία των γονιών μας; Εκείνοι αν και ενηλικιώθηκαν λόγω οικονομικών συνθηκών βίαια, παρέμειναν παιδιά σε ανάγκη, αφού οι φράκτες γύρω τους ήταν σαφώς οριοθετημένο. Εμείς πήραμε συναισθηματικά και υλικά χωρίς όριο, οι φράκτες από τσιμεντένιοι έγιναν λέγκο. Και κάπου αφεθήκαμε και μας άφησαν στην εφηβεία. Αυτό προσπαθεί να βιώσει και η πρωταγωνίστρια, ως αυθαίρετο πιστό αντίγραφο της χαμένης έφηβης τενίστριας. Στον Κυνόδοντα, η μία αδερφή αντικατέστησε την άλλη στην αγκαλιά του αδερφού. Εδώ πια αντικαθίσταται μια χαμένη, με την προσπάθεια να αγκαλιάσει ολόκληρη μια οικογένεια.

Οι γονείς δεν αντέχουν να αφήσουν τα παιδιά να αυτενεργήσουν, να μεγαλώσουν.

Προσπαθούνε λοιπόν οι νέοι να αντιταχθούνε στους γονείς. Οι ενήλικες μοιάζουν με γάτες, εχθρός κατά τον πατέρα στον Κυνόδοντα. Η γάτα έχει με το αφεντικό της μια σχέση σαδομαζοχιστική. Νιαουρίζει νευρικά κάθε φορά που δυσαρεστείται. Γιατί ο γονιός-προπονητής-αφεντικό, δεν πρόσεξε και της πάτησε την ουρά. Η ευθύνη φυσικά είναι δική του. Εκείνος ήταν υπεύθυνος και να προσέξει να μην πατήσει αυτή την ουρά. Γιατί όταν σε μια γάτα πατάς την ουρά δεν της αφήνεις πολλές επιλογές και την οδηγείς στο να γίνει κάτι που προκαλεί φόβο. Γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου. Γάτες ήταν και οι γονείς των γονιών μας.

Οι γονείς μας δε ήθελαν σε καμιά περίπτωση να κάνουν τη σχέση τους να μοιάζει με τη σχέση που είχαν εκείνοι με τους γονείς τους. Οι γονείς μας αναγκάστηκαν να γίνουν ανεξάρτητες γάτες που τους πατούσαν την ουρά και με ένα άγαρμπο σκούξιμο το έπαιξαν αδιάφοροι, αν και πληγωμένοι. Και απλά προσπάθησαν να προχωρήσουν σε μία πυρηνική οικογένεια, διατηρώντας ταυτόχρονα το σύστημα ορθάνοιχτο στο να γλιστρήσουν οι πατρικές οικογένειες μέσα. Μέχρι τώρα δεν τους είχαν μείνει πολλές επιλογές. Ήταν υποχρεωμένα να πάρουν τη θέση νεκρών κουταβιών. Των φαντασμάτων των παιδιών που οι γονείς αναγκάστηκαν να σκοτώσουν μέσα τους. Και να τα αντικαταστήσουν με τα πραγματικά παιδιά τους, προβάλλοντας όλες τις προσδοκίες τους.

Παρεξηγημένα ζώα οι γάτες. Αν και έχουν αισθήματα τα κρύβουν πίσω από το πέπλο της άρνησης να παραδοθούν πλήρως, ως εξημερωμένα αιλουροειδή. Έτσι, αυτά τα παιδιά αγρίμια, πήραν την τύχη στα χέρια τους. Και όταν έκαναν παιδιά, για να μην πληρώσουν το αντίστοιχο τίμημα, να μπορέσουν να ελέγξουν το χάος τους και επειδή είχαν ακούσει το διχασμό σκύλου και γάτας, είπαν να δουν τα παιδιά τους σαν σκυλάκια για εκπαίδευση κι εκείνους προπονητές.

Τα σκυλάκια άκουγαν πειθήνια, μη έχοντας δυνατότητα επιλογής. Αν και σε στενή παρακολούθηση μεγάλωσαν τόσο εγκαταλελειμμένα όσο και οι γονείς τους. Γιατί, αν η  αδιαφορία με την οποία πληρώνει το αφεντικό μια γάτα να είναι δυνατό, σε ακραίες δόσεις, να γίνει εγκατάλειψη, το ίδιο συνέβη στη γενιά μας, με την εντατική παρακολούθηση. Οι γονείς δεν αντέχουν να αφήσουν τα παιδιά να αυτενεργήσουν, να μεγαλώσουν. Τα εγκαταλείπουν στο να αγωνίζονται να παραμείνουν πάντα παιδιά. Όχι υποκείμενα που μένουν πάντα με το παιδί ζωντανό μέσα τους. Αλλά παιδιά, παρατημένα εκεί λίγο πριν προφτάσουν να γίνουν υποκείμενα.

Σκυλάκια που ποτέ δε θεωρούνται έτοιμα να γίνουν Pop-δημοφιλή, να αγαπήσουν το δήμο. Να είναι με έναν τρόπο παραγωγικό, κομμάτι της κοινωνίας.

Κάποια στιγμή οι προσαρμοστικοί κοινωνικοί μηχανισμοί σπρώχνουν το σκυλάκι, όπως είναι φυσικό, να φύγει. Αλλά είναι η ανάγκη του γονιού να του πατήσει την ουρά ώστε να μη φύγει. Ξέρει ότι χωρίς την καθοδήγησή του δεν  μπορεί να πάει πουθενά. Έτσι την πατάει, και το σκυλάκι γίνεται νευρικό, εκδικητικό, η φύση ξεχειλίζει μέσα του και απαιτεί την ενηλικίωση. Πετυχαίνει ο γονιός την ταύτιση του παιδιού με εκείνον, ταύτιση στρεβλή, αφού τελικά είναι δυο ζωάκια με πληγωμένη ουρά, αλλά παραμένουν από τη φύση τους διαφοροποιημένα. Είναι πάντα σκύλος και γάτα.

Το σκυλάκι έχει αγωνία…Πώς να φύγει πέρα από το φράχτη; Έξω από το πλατωνικό σπήλαιο, όπως κάποιοι χαρακτήρισαν  το φράκτη του σπιτιού στον Κυνόδοντα. Αντί για νευρικά γαβγίσματα, ίσως χρειάζεται τα σκυλάκια να προσέχουν που τοποθετούν την ουρά τους. Και επιτέλους να τη χρησιμοποιήσουν. Με νόημα. Να κουνηθεί η ουρά, να στείλει μηνύματα ενόχλησης, δυσαρέσκειας, χαράς, ενθουσιασμού. Και ας μπει που και που κάτω από τα σκέλια. Αυτή η παντοδυναμία που της έδωσαν οι γονείς την κρατούσε πάντα όρθια. Ας λείψει. Η ώρα της ευθύνης των γάτων, προπονητών σκυλιών τελείωσε. Τα εκπαιδευμένα για πρωταθλητισμό σκυλάκια ας ετοιμάζονται να ελευθερωθούν. Χρωστούν μια αγκαλιά στον προπονητή που τα άφησε να γίνουν ποπ. Και ανταλλαγή βλεμμάτων ευγνωμοσύνης και φροντίδας.

Η Τσαγκάρη έχει ήδη δώσει την απάντηση και εδώ επανατοποθετεί το ερώτημα. Τα δυο προηγούμενα  βουνά στην πλάτη της αθλήτριας, αυτά μετατράπηκαν από φτερά σε οροσειρές. Αυτά τη βάραιναν, αυτά την έκαναν να σκύψει και να αναδιπλωθεί μέσα στη μήτρα του πορτμπαγκάζ. Νεκρά παιδιά μέσα στους γονείς, φτάνουν μέχρι τα ψηλά λευκά βουνά, αλλά όχι μέχρι το σημείο να αναληφθούν. Και οι γονείς με ένα κέϊκ με γνωστή συνταγή, ψάχνουν ψυχαναγκαστικά στόματα να ταΐσουν, αφού των ίδιων οι γονείς πάλεψαν πολύ για να τους φροντίσουν. Το κοινό συγχωνευμένο σπιτάκι γάτας και σκύλου γκρεμίζεται, φτωχό πια. Και τα σκυλάκια νιώθουν πως  έχουν ανάγκη να κατέβουν από τις Άλπεις και να κοινωνήσουν ποπ.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here