Το σώμα γνωρίζει όταν η ενοχή διαστρεβλώνει την πραγματικότητα: Χοροθεραπεία με γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί σωματικά ή σεξουαλικά ως παιδιά

0
116
Η θεραπευτική διαδικασία βασίζεται στην αδιαμφισβήτητη σοφία του σώματος που κινείται.

Από την Αναστασία Νικολίτσα, Χοροθεραπεύτρια, Σωματική Ψυχοθεραπεύτρια
Η εργασία μου ως χοροθεραπεύτρια, τα τελευταία 14 χρόνια, με γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση, σεξουαλική ή σωματική, ως παιδιά, με ώθησε να γράψω για την ανεκτίμητη συνεισφορά του σώματος στην θεραπευτική διαδικασία, μαζί τους. Θα εστιάσω στο θέμα της ενοχής και την διαστρέβλωση που αυτή επιφέρει στην αντίληψη της πραγματικότητας, στoν ενήλικα, και συγκεκριμένα στην γυναίκα, που έχει υποστεί κακοποίηση ως παιδί.

Αρχικά θα ήθελα να εξηγήσω με λίγα λόγια τι είναι η Χοροθεραπεία. Η ακριβής μετάφραση του τίτλου από την αγγλική γλώσσα είναι Χορο-κινητική Ψυχοθεραπεία, Dance Movement Psychotherapy (Association of Dance Movement Psychotherapy). Η Χοροθεραπεία είναι μία Ψυχοθεραπεία μέσα από τις Δημιουργικές Τέχνες, όπως η Δραματοθεραπεία, η Μουσικοθεραπεία και η Εικαστική Θεραπεία. Αντιλαμβάνεται ψυχή-νου-σώμα ως ένα όλον, και βασίζεται στην αρχή ότι ο τρόπος που κινούμαστε και εκφραζόμαστε μη λεκτικά αντικατοπτρίζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και σχετιζόμαστε με τους άλλους. Η κίνηση και ο χορός – με την έννοια της αυθόρμητης ελεύθερης έκφρασης – χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόσβασης και αφομοίωσης του ασυνείδητου ψυχικού υλικού. Ο Jung ονόμασε αυτή την διαδικασία ‘ενεργή φαντασία’ – ‘active imagination’ και πίστευε ότι τα συναισθήματα που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις μπορούν να εκφραστούν συμβολικά με την ζωγραφική, την μουσική και τον χορό (Lewis, 1986).

Στην εργασία μου με γυναίκες που έχουνε υποστεί κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία, ενθαρρύνω την αυθόρμητη, αυθεντική έκφραση μέσα από την κίνηση του σώματος εκ των έσω. H σωματική έκφραση χρησιμοποιείται ως μέσο εξερεύνησης των ασυνείδητων συναισθημάτων, τα οποία βρίσκονται στο κατώφλι της συνειδητότητας κατά την ημέρα της συνάντησης. Επίσης, λαμβάνω υπόψιν την μη λεκτική επικοινωνία της θεραπευόμενης καθ’ όλη την διάρκεια της συνεδρίας, καθώς και τα ανομολόγητα, ασυνείδητα συναισθήματα που εκδηλώνονται μέσα από φευγαλέες ασυνείδητες κινήσεις του σώματος. Αυτού του είδους τις κινήσεις ονόμασαν, αρχικά, ο Laban (1960) και αργότερα η Bartenieff (2002) ‘shadow movements’ – το μεταφράζω ελεύθερα: ‘σκιώδεις κινήσεις’. Η επανασύνδεση με το σώμα μέσα από την αναπνοή, τις σωματικές αισθήσεις και την αυθόρμητη κίνηση προσφέρει άμεση πρόσβαση στο ασυνείδητο ψυχικό υλικό (Chodorow 1991, Penfield 1992) και είναι το πιο βασικό εργαλείο για τους Χοροθεραπευτές.

Στην θεραπεία του τραύματος είναι εύκολο να κατανοήσουμε ότι οι λέξεις και οι περιγραφές γεγονότων και συναισθημάτων είναι κάτι πολύ δύσκολο έως αδύνατο. Εκτός από τον φόβο και την απέχθεια που μπορεί το άτομο να αισθάνεται για το τραύμα του, η ενοχή και η ντροπή, ακόμη και όταν το άτομο είναι ενήλικο πια, καθιστούν την λεκτική έκφραση εξαιρετικά δύσκολη. Από την άλλη, ακόμη και όταν οι λέξεις είναι σχετικά εύκολες και ο ενήλικας μπορεί να μιλήσει πιο ανοιχτά για την κακοποίησή του ως παιδί, οι λεκτικές αναφορές στα συναισθήματα παραμένουν περιγραφές χωρίς συναισθηματική απόχρωση. Οι λέξεις σε αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει να μεταφέρουν απλά την πληροφορία, χωρίς το άτομο να αισθάνεται τα συναισθήματά του. Η χοροθεραπεία έρχεται, με το μη λεκτικό μέσον της, να προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια όταν οι λέξεις είναι αδύνατον να ειπωθούν (Bernstein, 1995) ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν οι λέξεις απομακρύνουν από την βίωση του συναισθήματος και ενισχύουν το φαινόμενο της ‘διάσχισης’ – ‘dissociation’ (van der Kolk, Brown, van der Hart, 1989). Η Rothschild αναφέρει ότι διασχιστικά φαινόμενα (‘dissociative phenomena’, σελ. 66), σαν αυτό της ανικανότητας να νιώσει κανείς συναίσθημα, είναι παρόντα σχεδόν σε κάθε μορφή μετατραυματικού στρες.

Όπως αναφέρει και η Rothschild (2000) «το σώμα θυμάται τραυματικά γεγονότα μέσα από την κωδικογράφηση των αισθήσεων, κινήσεων και συναισθημάτων που συνδέονται με το τραύμα» (σελ. 173). Προτείνει ότι «ένας από τους στόχους στην θεραπεία τραύματος είναι να βοηθήσουμε το άτομο να καταλάβει τις σωματικές του αισθήσεις. Πρέπει πρώτα να τις αισθανθεί και να τις αναγνωρίσει σε σωματικό επίπεδο» (σελ. 45). Η εξοικείωση με το σώμα, λοιπόν, είναι ο πρωταρχικός στόχος της θεραπείας αλλά και η αφετηρία για μια υγιέστερη σχέση με αυτό. Αυτή η σχέση καλλιεργείται από την πρώτη κιόλας συνεδρία, όπου δίνεται πρωταρχική σημασία στις διεργασίες του σώματος, τις αισθήσεις αλλά και την αυτο-παρατήρηση. Ο στόχος μιας τέτοιας διαδικασίας δεν είναι η διείσδυση σε απωθημένα, τρομαχτικά εσωτερικά τοπία, αλλά το σταδιακό χτίσιμο μιας θετικής εμπειρίας του σώματος και της ικανότητας να αφουγκράζεται η θεραπευόμενη το μέσα της (‘inner listening’, σελ. 117), αυτό που η Musicant (2007) περιγράφει ως την «προσοχή στην τρέχουσα ροή των σωματικώς αισθανόμενων πληροφοριών» (σελ. 117).

Η ικανότητα να βιώνει και να παρατηρεί σχεδόν ταυτόχρονα προσφέρει στην θεραπευόμενη βασική ασφάλεια. Η εμπειρία μου έχει υποδείξει ότι η πρόοδος στην θεραπεία εξαρτάται κατά πολύ από το αίσθημα ασφάλειας, εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Εξωτερικά, έχει να κάνει με την σταθερότητα της σχέσης με την θεραπεύτρια, την απόλυτη αφοσίωση από εκείνη και την έλλειψη διατάραξης από εξωγενείς παράγοντες καθ’ όλη την διάρκεια της συνεδρίας. Ο Whitefield (1995) τονίζει ότι «το κλειδί για την μεθοδική ροή της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η αίσθηση της ασφάλειας και της επικύρωσης (validation) από τους άλλους, το οποίο συμπεριλαμβάνει ότι αυτοί οι άλλοι δεν παραβιάζουν τις εμπειρίες και τα όριά μας» (σελ. 240). Εσωτερικά, το αίσθημα ασφάλειας είναι μία κατάσταση που χτίζεται σταδιακά για την θεραπευόμενη, και έχει να κάνει με την ικανότητά της να διατηρήσει εντός ορίων τα συναισθήματα που αναδύονται κατά την διάρκεια της θεραπείας – αυτό που περιγράφει ο ψυχολογικός όρος ‘contain’. Αυτή η εσωτερική ασφάλεια έχει να κάνει με αυτό που η Dosamantes-Alperson (1984) ονομάζει ‘εσωτερική θέση ελέγχου’ (σελ. 151), η ικανότητα δηλαδή να αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του ως το κέντρο της εμπειρίας του. Το θέμα της ασφάλειας ισχυροποιείται με την σταδιακή ‘εκπαίδευση’ της θεραπευόμενης να μπορεί να βιώνει τα συναισθήματά της και να παρατηρεί συγχρόνως τις εικόνες, σκέψεις, αναμνήσεις, ή αισθήσεις που μπορεί να αναδυθούν κατά την διάρκεια της διαδικασίας. Ενθαρρύνεται λοιπόν το χτίσιμο δηλαδή μιας ‘διτής επίγνωσης’ (‘dual awareness’, Rothschild, 2000, σελ. 130) στο εδώ και τώρα.

Η Wyman-McGinty (2007) υποστηρίζει ότι όταν η θεραπευόμενη ξανανιώσει απωθημένα συναισθήματα, μέσα στο ‘πρωτογενές δοχείο’ (‘original container’, σελ. 236) – το σώμα -, τότε οι σωματικές αναμνήσεις μπορούν να αναβιώσουν, να μαρτυρηθούν (be witnessed), να αρθρωθούν (be articulated) και να προσφερθούν για ανάλυση (be available for analysis) (σελ. 237). Η ίδια συγγραφέας γράφει ότι η διαδικασία εστίασης στα σωματικά αισθήματα προκαλεί στον ασθενή μία μνήμη ή άλλη συμβολική αναπαράσταση, για παράδειγμα μία οπτική εικόνα, η οποία μπορεί να εξερευνηθεί ως επικοινωνία από το ασυνείδητο του ασθενούς. Ό,τι δηλαδή ήταν μέχρι τότε αισθητό μόνο σε σωματικό επίπεδο, τώρα μπορεί, με την εστίαση, να εισέλθει στο νοητικό επίπεδο, στην σκέψη, και τελικά να ενσωματωθεί (σελ. 225). Ο Janov (2000, σελ. 299) ταυτίζει τις έννοιες ολότητα και συνείδηση με τον όρο ενσωμάτωση.

Η εμπειρία μου έχει δείξει ότι η σωματική επίγνωση και η εστίαση στα σωματικά αισθήματα είναι η αφετηρία αλλά και το κλειδί για την μετάβαση από την διάσχιση στην σύνδεση και τελικά την ενσωμάτωση των συναισθημάτων. Ο Janov (2000), υποστηρίζει ότι για την ενσωμάτωση και επίλυση του συναισθήματος χρειαζόμαστε τη σύνδεση των λειτουργιών και των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου. Γράφει: «έχουμε ανάγκη τόσο από την συναισθηματική πλευρά μιας εμπειρίας όσο και από την κατανόησή της» (σελ. 287), και ότι, «χωρίς πραγματική σύνδεση, δεν υπάρχει σημαντική αλλαγή στο συμπαθητικό-παρασυμπαθητικό σύστημα, στον δεξιό και αριστερό εγκέφαλο» (σελ 288). Η Rothschild (2000), επίσης υποστηρίζει ότι όταν το μετατραυματικό στρες διαχωρίζει το σώμα από τον νου, οι ασθενείς θα πρέπει να βοηθηθούν να αισθάνονται και να σκέφτονται κατά συγχώνευση/συνεκτικά (concurrently). Να μπορούν δηλαδή να αισθάνονται τις αισθήσεις, συναισθήματα και συμπεριφορές καθώς διαμορφώνουν λογικά συμπεράσματα για την σχέση ανάμεσα σε αυτά και τις εικόνες και σκέψεις που τα συνοδεύουν (σελ. 161). Με την εσωτερική κατάσταση της ‘διτής επίγνωσης’ στο εδώ και τώρα όπως προανέφερα, γίνεται δυνατή αυτή η σύνδεση. Το ασύνδετο συναίσθημα που εκδηλώνεται σωματικά με συμπτώματα μετατραυματικού στρες, συνδέεται και τοποθετείται «στο σωστό σημείο στο παρελθόν του ατόμου» (Rothschild 2000, σελ. 173).

Η διαδικασία σύνδεσης και ενσωμάτωσης των συναισθημάτων είναι τόσο δύσκολη να περιγράψει κανείς, ακριβώς επειδή είναι κυρίως μη λεκτική και ανεπαίσθητη/δυσδιάκριτη/λεπτοφυής (subtle). «Η χαλάρωση και η αίσθηση της ηρεμίας του ασθενή είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο» (Janov 2000, σελ. 287) αυτής της σύνδεσης, καθώς και ο ήχος των σπλάχνων που χαλαρώνουν και γουργουρίζουν, ο αναστεναγμός ανακούφισης και το γαληνεμένο, καθαρό βλέμμα. Η Rothschild σημειώνει επίσης ότι θλίψη αναδύεται όταν μια πλευρά του τραύματος επιλύνεται και η εσωτερική εμπειρία αλλάζει από παρούσα σε παρελθούσα (2000, σελ. 63).

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να εισάγω το θέμα της ενοχής στην θεραπεία του τραύματος μέσα από την συγκεκριμένη θεραπευτική διαδικασία που περιγράφω. Η Rothschild (2000, σελ. 49) αναφέρει ότι πολλά θύματα βιασμού υποφέρουν από ντροπή και ενοχή εξ αιτίας του φυσικού φαινομένου του ‘παγώματος’, και νιώθουν σε βαθύ επίπεδο ότι έχουν απογοητεύσει τον εαυτό τους – ή και τους άλλους – καθώς και ότι έχουνε κάνει κάτι λάθος για να βρεθούνε στην θέση του θύματος. Για να ανακτηθεί η δύναμη και η πνευματική υγεία του ατόμου που έχει κακοποιηθεί πρέπει η αλήθεια της ενοχής να αποσαφηνιστεί (Rothschild 2000, σελ. 160).

Στις περιπτώσεις κακοποίησης, σεξουαλικής ή σωματικής, από μέλη της οικογένειας, η ενοχή είναι ένα συναίσθημα ακόμη πιο περίπλοκο. Έχει τις ρίζες του βαθειά στην παθολογική δυσλειτουργία της οικογένειας και εμπλέκει το παιδί στον διπλό κόμπο της συν-εξάρτησης. H Herman (Herman, 1981) γράφει ότι η συναισθηματική ζημιά στα άτομα που έχουν βιώσει αιμομιξία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του σεξουαλικού εγκλήματος αλλά και της τρέχουσας δυναμικής της οικογένειας, η οποία επιτρέπει την αιμομιξία να συμβεί. Επιπροσθέτως, η ανάγκη του παιδιού για αγάπη και αποδοχή από τον σημαντικό ενήλικα μπερδεύεται με τα συναισθήματα απώθησης που προκαλούνται στο παιδί από μια τέτοια παραβίαση.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Παυλίνας: Η έλλειψη αγάπης και υποστήριξης από την μητέρα, έκανε την Παυλίνα να αναζητά μια σχέση αγάπης και υποστήριξης από τον πατέρα, ο οποίος στα 10 της ασελγούσε πάνω της όταν η μητέρα έλλειπε από το σπίτι. Για πολλά χρόνια και ως ενήλικας πια, η Παυλίνα είχε την βαθιά ριζωμένη ενοχή και ντροπή ότι κατά κάποιο τρόπο συμμετείχε στις πράξεις ασέλγειας επειδή 1) δεν αντιστάθηκε και δεν το είπε σε κανέναν αλλά και 2) επειδή πίστευε ότι οι ιδιαίτερες στιγμές με τον πατέρα ήταν κάτι που και εκείνη επιθυμούσε. Βλέπουμε λοιπόν, στην περίπτωση της Παυλίνας, την διαστρέβλωση της πραγματικότητας: Το παιδί έχει ανάγκη από αγάπη και αποδοχή, προδίδεται από τον πατέρα που εκμεταλλεύεται την ανάγκη του παιδιού και τελικά νιώθει ένοχο ότι η ανάγκη του προκάλεσε την συγκεκριμένη συμπεριφορά από τον πατέρα. Όπως γράφει ο Bradshaw (Bradshaw, 1992) μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια το παιδί βιώνει την παραμέληση των αναπτυξιακών αναγκών εξάρτησης. Όταν λοιπόν η Παυλίνα, μέσα από την εστίαση στα σωματικά αισθήματα, ήρθε σε επαφή και αναβίωσε τον φόβο της εγκατάλειψης και απόρριψης από την μητέρα της, συνειδητοποίησε ότι η στροφή της προς τον πατέρα, για μια σχέση αγάπης και αποδοχής, ήταν κάτι φυσιολογικό. Η αποδοχή των αναπτυξιακών της αναγκών στην παιδική ηλικία και η επανασύνδεση με την σοφία και αδιαμφισβήτητη γνώση του εσωτερικού παιδιού (Bradshaw 1992) οδήγησαν σταδιακά στην αποσαφήνιση, της τόσο διαστρεβλωμένης αντίληψης της πραγματικότητας.

Όταν λοιπόν το παιδί, για να επιβιώσει συναισθηματικά, χτίζει σταδιακά έναν ψεύτικο εαυτό, βασισμένο στην ντροπή για αυτό που πραγματικά είναι, καταλήγει να μπερδεύει τι είναι καλό και τι κακό για εκείνο, ποιο συναίσθημα είναι δικό του και ποιο του ενήλικα που τόσο έχει ανάγκη να κρατάει ευχαριστημένο, από φόβο μήπως η σχέση μαζί του διαλυθεί.

Όπως στην περίπτωση της Μαρίας: Όταν στην ηλικία των 6 βρέθηκε στο αστυνομικό τμήμα με τον πατέρα της μετά από απόπειρα βιασμού της από έναν άγνωστο άντρα, ένιωσε ντροπή και ενοχή, και πίστευε τότε ότι η συμπεριφορά της είχε βάλει τον πατέρα της σε μπελάδες. Ζούσε μέχρι την ενήλικη ζωή της με την ενοχή. Μέσα από επαφή με την αναπνοή της και το σώμα της στην θεραπεία μαζί μου, θυμήθηκε, συνέδεσε και συνειδητοποίησε κάτι που ποτέ δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα της μέχρι τότε. Θυμήθηκε την εικόνα του πατέρα της να κρύβει το πρόσωπό του από ντροπή και να αδυνατεί να της εξηγήσει τι της συνέβει. Ένιωσε αδιαμφισβήτητα μέσα στο σώμα της την δύναμή της ως μικρό κορίτσι, η οποία την έσωσε τότε από την απόπειρα βιασμού, και συνειδητοποίησε ότι η ίδια δεν είχε νιώσει ποτέ ντροπή γι’ αυτό που της συνέβη. Η ντροπή που ένιωθε ακόμη για το γεγονός ήταν ένα συναίσθημα που είχε νιώσει ο πατέρας της και όχι εκείνη.

Η ενοχή στα άτομα που έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά από μέλη της οικογένειάς τους διαστρεβλώνει όχι μόνο την αντίληψη της πραγματικότητας αλλά και την πραγματική, αντικειμενική λειτουργία του θυμού. Ενώ δηλαδή, όπως αναφέρει η Rothschild ο θυμός είναι ένα συναίσθημα αυτοπροστασίας (2000, σελ. 61), η διαστρέβλωση της πραγματικότητας μέσα από το φίλτρο της ενοχής μετατρέπει την θετική δράση του θυμού σε μία κακή πράξη, ή λανθασμένη συμπεριφορά, που θεωρείται από την κακοποιημένη γυναίκα όχι μόνο κατακριτέα αλλά και βλαβερή για την ίδια.

Όπως στην περίπτωση της Φωτεινής: Σε μία συνεδρία μέσα από το σώμα αναδύθηκε η τρομαχτική εικόνα της μητέρας της να της επιτίθεται στον σβέρκο, σαν λυσσασμένος λύκος με κοφτερά δόντια. Η Φωτεινή προσπαθούσε να την αποφύγει φυλάγοντας τον σβέρκο της με τα χέρια της ζητώντας της να την αφήσει ήσυχη. Όταν την ενθάρρυνα να γυρίσει προς τον λύκο και να ‘δείξει τα δόντια της’ κυριολεκτικά, – μια στάση που θα ενεργοποιούσε τον θυμό της και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα – η Φωτεινή πίστευε ότι έτσι θα γινόταν η ίδια λύκος, και ότι η βία που δεχόταν θα γινόταν δική της, θα γινόταν δηλαδή η ίδια βίαιη. Πίστευε ότι έτσι θα ενσάρκωνε τον λύκο που τόσο φοβότανε και θα έχανε τελικά αυτή την μάχη. Μέσα από την συνεχιζόμενη εργασία με το σώμα και μόνο όταν η Φωτεινή ένιωσε την σωματική δύναμή της ως μια ικανότητα που την απελευθερώνει, συνειδητοποίησε πως δύναμη δεν σημαίνει βία. Αυτό την απελευθέρωσε από την ενοχή και την εξουσιοδότησε να ‘δείχνει τα δόντια της’ σε όποιον συνέχιζε να παραβιάζει τα όριά της στις παρούσες σχέσεις της με τους άλλους.

Μία από τις δυσκολίες με το αίσθημα της ενοχής είναι ότι δεν φαίνεται να εκφράζεται και να απελευθερώνεται όπως τα άλλα συναισθήματα (Rothschild, 2000, p. 62). Για παράδειγμα η θλίψη απελευθερώνεται με το κλάμα, ο θυμός φωνάζοντας και χειρονομώντας. Αντίθετα η ενοχή είναι δυσδιάκριτη και δύσκολα προσβάσιμη. Η Rothschild προτείνει ότι, εφόσον η ενοχή δεν μπορεί να ανακουφιστεί μέσω εκτόνωσης ή κάθαρσης, το κλειδί για την διάλυσή της είναι η χωρίς επίκριση, γεμάτη αποδοχή επαφή με έναν άλλο άνθρωπο. Αυτή θα πρέπει να είναι και η βάση της θεραπείας του τραύματος μέσα από το σώμα, η αποδοχή χωρίς επίκριση. Εκτός από αυτό όμως είναι απαραίτητο για την θεραπεύτρια να λαμβάνει υπόψιν, την μη λεκτική επικοινωνία της θεραπευόμενης, αλλά και να αντιλαμβάνεται τις διεργασίες του σώματος και την σωματική έκφραση ως εκδήλωση του ψυχικού υλικού. Αυτό συνεπάγεται ότι όλη η θεραπευτική διαδικασία βασίζεται στην αδιαμφισβήτητη σοφία του σώματος που κινείται (Hartley, 1989 και Musicant, 2000). Σε αυτό το σημείο, ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να προσθέσω το δικό μου συμπέρασμα. Ενώ η πραγματικότητα της κακοποίησης του παρελθόντος μπορεί να είναι τρομαχτική ή/και απωθημένη, όταν η θεραπευόμενη ‘πλησιάσει τον εαυτό της’, με ασφάλεια, μέσα από το σώμα και εμπιστευτεί την σοφία του, βρίσκει έναν ανεκτίμητο θησαυρό: Την βίωση του βαθύτερου, δημιουργικού, ζωντανού εαυτού της (Goodwin, 2007), εκείνου που γνωρίζει καλύτερα την προσωπική της αλήθεια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ενδυνάμωση του Εγώ και του συνειδητού Εαυτού (Stromsted & Haze 2007) της γυναίκας, την ισχυροποίηση της εμπιστοσύνης στην ‘σωματική μνήμη’ της (Rothschild 2000, σελ. 44), την αδιαμφισβήτητη βιωματική γνώση ότι δεν της αξίζουν όσα της έχουν συμβεί και την διάλυση της ενοχής και της αυτο-αμφιβολίας ως απόρεια αυτής της συνειδητοποίησης.

 

Βιβλιογραφία

Bartenieff, I. (2002) Body Movement: Coping with the Environment. London: Routledge

Bernstein, B. (1995) Dancing beyond Trauma: Women Survivors of Sexual Abuse in Levy, F. J. (ed.) Dance and other Expressive Art Therapies. New York & London: Routledge

Bradshaw, J. (1992) Ο γυρισμός στο μέσα μας παιδί. Εκδόσεις Λύχνος

Chodorow, J. (1999) Active Imagination in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Essays by Mary Starks Whitehouse, Janet Adler and Joan Chodorow. London: Jessica Kingsley Publishers

Chodorow, J. (1999) Dance Therapy and the Transcendent Function in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Essays by Mary Starks Whitehouse, Janet Adler and Joan Chodorow. London: Jessica Kingsley Publishers

Chodorow, J. (1991) Dance Therapy and Depth Psychology: The Moving Imagination. London: Routledge

Dosamantes–Alperson, E. (1984) Experiential movement psychotherapy. In P.L. Bernstein (ed.) Theoretical Approaches in Dance–movement Therapy (Vol. 2.) Dubuque, IA: Kendall/Hunt

Goodwin, A. (2007) Authentic Movement: From Embryonic Curl to Creative Thrust, in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Moving the Body, Moving the Self, Being Moved. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers

Hartley, L. (1989) Wisdom of the Body Moving: an introduction to the Body-Mind Centering. Berkeley, California: North Atlantic Books

Herman, J. (1981) Father-daughter incest. Cambridge, MA: Harvard University Press

Laban, R. (1960) The Mastery of Movement. London: Macdonald & Evans

Lewis, P. (1986) Object relations and Self Psychology within psychoanalytic and Jungian Dance/Movement Therapy in Lewis, P. (ed.) Theoretical approaches in Dance Movement Therapy Vol II. Iowa, Kendall / Hunt Publishing Company

Musicant, S. (2000) Authentic Movement in clinical work in Pallaro (ed.) Authentic Movement: Moving the Body, Moving the Self, Being Moved. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers

Penfield, K. (1992) Individual Movement Psychotherapy: Dance Movement Therapy in private practice, in Payne, H. (ed.) Dance Movement Therapy: theory and practice

London: Routledge

Rothschild, B. (2000) The psychophysiology of trauma and trauma treatment. Norton

Stromsted, T. & Haze, N. (2007) The Road In: Elements of the Study and Practice of Authentic Movement, in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Moving the Body, Moving the Self, Being Moved. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers

Van der Kolk. B.A., Brown, P. & van der Hart, P. (1989) Pierre Janet on post-traumatic stress. Journal of traumatic stress, 2(4), 365-377

Whitehouse, M. S. (1999) C.G Jung and Dance Therapy: two major principles in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Essays by Mary Starks Whitehouse, Janet Adler and Joan Chodorow. London: Jessica Kingsley Publishers

Wyman-McGinty, W. (2000) The Body in Analysis: Authentic Movement and witnessing in Analytic Practice in Pallaro, P. (ed.) Authentic Movement: Moving the Body, Moving the Self, Being Moved. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here