Η επιβολή απαγόρευσης εγγράφει το παιδί στην κοινωνική ζωή

1
254
Η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Κλοντ Μπουκοβζά.

Μετάφραση: Μιχάλης Σιάτης, Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχολόγος, MSc

Συνέντευξη της διακεκριμένης ψυχαναλύτριας Κλοντ Μπουκοβζά[i] στη Ροζαλίνα Ντότσεβα[ii].

Ρ. Ντ: Η παιδική υπερκινητικότητα έχει μετατραπεί σε «πανδημία της σύγχρονης κοινωνίας». Τι αντιπροσωπεύει αυτή από την σκοπιά της δικής σας ψυχαναλυτικής εμπειρίας?

Κλ. Ντ.: Στην Γαλλία για πολύ καιρό η υπερκινητικότητα θεωρείτω ειδική ασθένεια, για την οποία έπρεπε να εξευρεθεί το αντίστοιχο φάρμακο. Αλλά, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, τα φάρμακα, τα οποία χορηγούνται στα παιδιά με την ετικέτα «υπερκινητικά», είναι παράγωγα της αμφεταμίνης. Με αυτό τον τρόπο, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος διαμόρφωσης κάποιου είδους εξάρτησης, κάτι το οποίο θα ήταν χειρότερο και από την ίδια την ασθένεια. Εμείς οι ψυχαναλυτές, πιστεύουμε, πως το σύμπτωμα της υπερκινητικότητας, δηλαδή να μην μπορείς να κρατηθείς σε ένα σημείο, να είσαι κινητικά υπερεύεθιστος, μπορεί να είναι η έκφανση πολλών και διαφόρων καταστάσεων, όπως για να πάρουμε ένα παράδειγμα αυτό που κάποτε ονομάζαμε ζωηρά ή ανυπάκουα παιδιά, τα οποία πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν. Με την μόνη διαφορά, πως τώρα μέσα στις πρωτεύουσες και τις μεγάλες αστικοποιημένες πόλεις, τα παιδιά υποβάλλονται σε πολύ μεγαλύτερες πιέσεις και εξαναγκασμούς, απ’ ό,τι τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη φύση ή στα χωριά. Πολλοί γονείς μάς λένε – «όταν είμασταν στις διακοπές εκείνος (εκείνη) βρισκόταν έξω και μπορούσε να τρέχει, να παίζει, κι εμείς δεν είχαμε κανένα πρόβλημα». Ενώ, μέσα στο διαμέρισμα το παιδί πρέπει να κάθεται φρόνιμο και ήσυχο. Την ίδια στιγμή, όμως, ο ρυθμός της ζωής των γονιών είναι πολύ έντονος, το παιδί ζει μαζί με τους στρεσαρισμένους γονείς, μέσα σε μία στρεσογόνα πόλη, και είναι φυσικό και αυτό να είναι στρεσαρισμένο…Αλλά, η υπερκινητικότητα, εκτείνεται μέσα στο πλατύ πλαίσιο μεταξύ ενός ασήμαντου συμπτώματος, μέχρι την έκφραση έγχους από πλευράς του…Συχνά γίνεται λόγος για παιδιά, τα οποία αισθάνονται πως δεν έχουν κάποια θέση μέσα στο ασυνείδητο των γονιών τους. Με αυτό δεν λέω πως αυτά τα παιδιά ήταν ανεπιθύμητα. Όχι. Απλά, βαθιά μέσα στο ασυνείδητο των γονιών τους, αυτά τα παιδιά δεν έγιναν δεκτά. Ή – δεν έγιναν δεκτά για ό,τι αυτά αντιπροσωπεύουν. Για παράδειγμα – μητέρα η οποία περίμενε πως θα γεννήσει κορίτσι, ενώ γέννησε αγόρι, ή μητέρα η οποία είχε την πεποίθηση πως αν γεννήσει αγόρι θα πρέπει να μοιάζει του αδερφού της, για τους δικούς της προσωπικούς λόγους. Ουσιαστικά, η θέση η οποία έχει οριστεί γι’ αυτό το παιδί, δεν είναι η δική του. Εκ του αποτελέσματος, μη ξέροντας το παιδί πού και ποια είναι η δική του θέση, το ίδιο κινείται συνεχώς….Ωστόσο, η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Γι’ αυτό, ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι ψυχαναλυτές, απαντάμε σ’ αυτό το πρόβλημα, είναι προσπαθόντας να καταλάβουμε τη λειτουργία αυτής της κινητικής αστάθειας του παιδιού, να την εκλάβουμε μέσα στα πλαίσια της δικής του προσωπικής ιστορίας, όπως επίσης και τον τρόπο, με τον οποίο το παιδί συναναστρέφεται με τους γονείς του. Η θεραπεία που εμείς προτείνουμε είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, συνοδευόμενη μερικές φορές από ψυχοκινητική θεραπεία. Δεν ξέρω κατά πόσο η τελευταία είναι διαδεδομένη στην χώρα σας, αλλά γίνεται λόγος για μία τεχνική, κατά την οποία χρησιμοποιούνται διάφορα σωματικά παιχνίδια, κάτι παρόμοιο με την κινησιοθεραπεία. Με αυτό τον τρόπο δουλεύουμε από κοινού – ο ψυχοθεραπευτής, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τους λόγους της υπερκινητικότητας και ο ψυχοκινητικός θεραπευτής, ο οποίος προσπαθεί μέσω του σωματικού παιχνιδιού με το παιδί, να ξεπεράσει και ελέγξει τις χαοτικές του κινήσεις.

Ρ. Ντ: Δεν έχετε την εντύπωση πως πολύ εύκολα ταξινομούν τα παιδιά ως «υπερκινητικά», ακόμη κι από δασκάλους και γονείς?

Κλ. Ντ.: Πριν καιρό έβλεπα μία αμερικάνικη ταινία, εκεί όπως ξέρετε, τα τελευταία 20 χρόνια εφαρμόζεται ευρέως η χρήση φαρμάκων κατά της υπερκινητικότητας και πιο συγκεκριμένα το Ritalin. Στην ταινία αυτή λοιπόν δίνονταν ερωτηματολόγια στα σχολεία, όπου φαινόταν πως υπήρχαν ολόκληρες τάξεις, όπου όλα τα παιδιά χορηγούνταν Ritalin, ενώ σε άλλες τάξεις, όχι. Σταδιακά, αφού έγινε έρευνα αποδείχτηκε, ότι η δασκάλα έκρινε πως η τάξη της ήταν υπερκινητική και συμβούλεψε τους γονείς να απευθυνθούν σε κάποιο γιατρό. Και όταν κάποιος γονιός πει «το παιδί μου είναι υπερκινητικό», ή η δασκάλα το πει, τότε ο γιατρός πιο εύκολα θα χορηγήσει φάρμακα. Ενώ στις άλλες τάξεις, οι δασκάλες πιθανώς να ήξεραν πως να αντιμετωπίσουν τα ζωηρά, ταραχώδη παιδιά και δεν χρειάστηκε να ανατρέξουν στο Ritalin. Το παράδειγμα αυτό φυσικά είναι λίγο χοντροειδές…Παρόλαυτα συχνά απορώ με το γεγονός, πώς πολλοί γονείς με ευκολία δέχονται παρόμοιου τύπου διαγνώσεις, προφανώς διότι τους καθησυχάζουν. Επειδή το «κάτι» κατονομάζεται, τους λένε – «λοιπόν, έχουμε αυτή και αυτή την ασθένεια, για τη συγκεκριμένη χορηγούμε αυτά και αυτά τα φάρμακα, θα σας δόσουμε την λύση του προβλήματος και όλα θα έρθουν στον τόπο τους. Και σαν αποτέλεσμα – δεν υπάρχουν περεταίρω ερωτήματα, δεν θέτονται ερωτήσεις για τη θέση του παιδιού, για το τι αντιπροσωπεύει το παιδί για τους γονείς του. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι καθησυχάζονται…


Ρ. Ντ:  Σε αντίθεση με το ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα της υπερκινητικότητας, το θέμα του παιδικού αυνανισμού μένει σε δεύτερη μοίρα, παρόλο που πολλοί γονείς και παιδαγωγοί ψάχνουν συμβουλές…

Κλ. Ντ.: Πρώτος ο Φρόιντ, κι έπειτα οι ψυχαναλυτές των παιδιών διαπίστωσαν την ύπαρξή του, όπως επίσης και το γεγονός πως ο αυνανισμός εκτελεί κάποια συγκεκριμένη λειτουργία στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο Φρόιντ ασχολήθηκε με αυτό το θέμα, όταν ακόμη ο αυνανισμός θεωρείτω κάτι το ντροπιαστικό – στα παιδιά λεγόταν πως θα κουφαθούν, τους έδεναν τα χέρια, τα απειλούσαν πως θα τους αφαιρούσουν τα γεννητικά τους όργανα και διάφορες άλλες φρικαλεότητες. Έτσι, οι πρώτοι ψυχαναλυτές κυριολεκτικά μάχονταν ενάντια στις ανοησίες, οι οποίες την ίδια στιγμή ήταν ένας τρόπος να δημιουργεί το αίσθημα της ενοχής σε σχέση με την σεξουαλικότητα. Ναι, το κάθε φυσιολογικό παιδί παροδικά εκδηλώνει αυτό, που εμείς ονομάζουμε «αυτοερωτική δραστηριότητα», δηλαδή να γνωρίζει το σώμα του, να μαθαίνει πώς να αισθάνεται ικανοποίηση και πώς να προσφέρει ικανοποίηση μέσω του σώματός του. Αλλά, πρώτο – αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει συνεχώς, δεύτερο – όχι σε δημόσιους χώρους ή μπροστά σε άλλους ανθρώπους και τρίτο – όχι στο σχολείο. Αυτοί οι περιορισμοί δεν είναι ηθικής φύσεως. Απλά, εάν το παιδί αφιερώνει πολύ χρόνο σε τέτοιου είδους προσωπικά βιώματα, τα οποία το ίδιο προσφέρει στο εαυτό του, αυτό σημαίνει πως δεν χρησιμοποιεί την ψυχική του ενέργεια για ό,τι ένα φυσιολογικό παιδί θα το ενδιέφερε, δηλαδή για την εξερέυνηση του περιβάλλοντα κόσμου του, τις αλληλοσχέσεις του με τους ενήλικες, της μελέτης στο σχολείο, της επικοινωνίας του με τα άλλα παιδιά. Έτσι, αν το μωρό ή το παιδί αυνανίζεται την ώρα του μπάνιου ή την ώρα που αποκοιμάται, αυτό δεν είναι και τόσο δραματικό, εάν όμως αυτό συμβαίνει στο σχολείο για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να ήταν σημάδι, πως κάτι δεν πάει καλά, πως το παιδί κλείνεται στον εαυτό του. Το τελευταίο δεν σημαίνει απαραίτητα πως το παιδί είναι αυτιστικό, πολλά υγιή παιδιά επίσης αυνανίζονται. Αλλά είναι επίσης αληθές, πως πολλά αυτιστικά παιδιά το κάνουν συχνά, επειδή είναι απόλυτα κλεισμένα μέσα στον εαυτό τους και το μοναδικό πράγμα που τους ενδιαφέρει, είναι οι εσωτερικές τους, οικείες για αυτούς αισθήσεις, τις οποίες μαθαίνουν από μόνοι τους να διεγείρουν. Για παράδειγμα, πιέζουν τις κόγχες των ματιών τους, και διασκεδάζουν να βλέπουν τις εκλάμψεις/ σπίθες, που προκαλεί η πίεση. Και επειδή είναι κάτι, το οποίο επινοούν από μόνοι τους, αυτό μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, από το να βλέπουν μέσα στα μάτια της μητέρας τους, της δασκάλας τους ή κάποιου άλλου παιδιού, με το οποίο θα μιλούν ή επικοινωνούν. Κάτι παρόμοιο γίνεται και με τον αυνανισμό – αυτά τα εσωτερικά βιώματα, τα οποία μόνο του παιδί προκαλεί, εκμηδενίζουν την δυνατότητα κάποιος άλλος να τους προσφέρει ικανοποίηση. Αυτό, κατ’ εμένα είναι ο πιο μεγάλος κίνδυνος. Κι εμείς πρέπει να βγάλουμε το παιδί από ένα τέτοιο μοναχικό τρόπο ικανοποίησης, μέσα στον οποίο έχει εγκλειστεί. Κι ακόμη κάτι – ναι, ο Φρόιντ απέδειξε, πως στα παιδιά υπάρχουν σεξουαλικές ορμές, όμως σε καμία περίπτωση δεν είπε πως αυτές θα πρέπει να αφεθούν αυθαίρετα, στο έλεος κάποιας αρχαϊκής κατάστασης. Ο ίδιος πάντοτε υπογράμμιζε, πως ο ρόλος του πολιτισμού, είναι να παρέχει εκείνο, που αργότερα η Φρανσοάζ Ντολτό ονόμασε «εξανθρωπιστικοί ευνουχισμοί» – δηλαδή, να συγκρατώ αυτές τις ορμές, να βάζω κάποιους φραγμούς μπροστά τους, με σκοπό να φυλαθούν έτσι ώστε στην ενήλικη ζωή να μεταλλαχτούν σε ενεργές σεξουαλικές ορμές. Αυτό είναι το πρώτο κρατούμενο. Και δεύτερο – για να μπορέσουν τα παιδιά να κατευθύνουν την ενέργειά τους σε άλλα, πιο ενδιαφέροντα από πολιτιστικής μεριάς πράγματα, όπως το διάβασμα, το σχολείο, την τέχνη κτλ., ο Φρόιντ συγκρίνει το πιο πάνω με ένα άγριο, αχαλίνωτο χείμαρο, ο οποίος πρέπει να διοχετευτεί, για να είναι καρποφόρος. Το παιδί, όμως, δεν είναι ικανό από μόνο του να ασκήσει κάποιες απαγορεύσεις στον εαυτό του, τις οποίες η ίδια η κουλτούρα και ο πολιτισμός εμπεριέχουν μέσα τους. Τα περισσότερα παιδιά τουλάχιστον δεν είναι ικανά. Γι’ αυτό εάν οι γονείς δεν αντιδράσουν, εάν θεωρήσουν πως είναι φυσιολογικό το παιδί τους να αυνανίζεται συνεχώς και δεν του θέσουν κάποιες απαγορεύσεις, τότε δεν θα υπάρχει τρόπος από μόνο του να τις ανακαλύψει. Και τότε μπορεί να χαθεί μέσα στην ικανοποίηση, την οποία έχει ανακαλύψει, μετατρέποντάς την σε κάτι παρόμοιο με το ναρκωτικό. Να γιατί οι ενήλικες, χωρίς να ηθικολογούν και να απειλούν, θα μπορούσαν να πουν – «Όχι, υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα απ’ αυτό». Με αυτό τον τρόπο το παιδί θα μαζέψει τη δύναμη να αντιμετωπίσει αυτή την εξερχόμενη απαγόρευση, θα στηριχτεί πάνω της, αν και παροδικά μπορεί και να την παραβαίνει. Ωστόσο, είναι πολύ προτιμότερο να παραβαίνεται μία απαγόρευση, παρά αυτή να μην υπάρει καθόλου και το παιδί να βουλιάζει μέσα στην πληθώρα των αισθήσεών του.

Ρ. Ντ: Οι σημερινοί γονείς όμως σήμερα έχουν την τάση ν’ απαγορεύουν λιγότερο, απ’ ότι οι παλαιότεροι.

Κλ. Ντ.: Αναμφιβόλως. Στην Γαλλία, αυτή η τάση έχει τις ρίζες της στις αλλαγές, τις οποίες η γενιά του Μάη του ‘68 κέρδισε, ανατρέποντας και δικάζοντας ηθικά την αποστεωμένη διαπαιδαγώγηση, από την οποία υπέφερε. Και ξέρετε, το σύνθημα τότε ήταν «Απαγορεύονται οι απαγορεύσεις».

Μόνο που λόγω όλων των προαναφερθέντων, το παιδί χρειάζεται την επιβολή κάποιων απαγορεύσεων κατά τη πορεία της ανάπτυξής του. Απαγορεύσεις, οι οποίες αρχικά επιβάλονται από τους γονείς, ή τα πιο κοντινά πρόσωπα, και σταδιακά στην πορεία, από την ίδια την κοινωνία. Μ’ αυτό τον τρόπο το παιδί θα πορευθεί προς τον πολιτισμό, θα εγγραφεί μέσα στην κοινωνική ζωή. Η ίδια η έλλειψη απαγορεύσεων μπορεί να προκαλέσει υπερκινητικότητα – παιδιά, τα οποία εκσφενδονίζονται απ’ εδώ κι απ’ εκεί, αφού δεν υπάρχει κάτι πάνω στο οποίο να προσκρουστούν, κάτι το οποίο να τα σταματήσει. Κι εκείνα πηγαινοέρχονται ψάχνοντας για κάποιο περιορισμό, τον οποίο οι γονείς για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν επέβαλαν – πιθανώς λόγω της κοινωνικής κριτικής στον πάλαι ποτέ απαρχαιομένο τρόπο διαπαιδαγώγησης, όπως επίσης και λόγω του ότι το να πεις «όχι» σε ένα παιδί απαιτεί την ενεργοποίηση περισσότερης ενέργειας, παίρνει χρόνο, απαιτεί επανάληψη και εντέλει – προσωπικό παράδειγμα. Στο τέλος, οι γονείς παραιτούνται και αφήνουν το παιδί να κάνει ότι θέλει. Οι συνέπειες είναι – ιδιότροπα παιδιά, τα οποία θέλουν όλο και περισσότερα, ξεσπούν σε θυμό, σωριάζονται στο πάτωμα, χτυπούν τα κεφάλια τους στον τοίχο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι αυτιστικά. Βασικά αυτό που ψάχνουν είναι κάτι το στέρεο, με το οποίο θα συγκρουστούν και το οποίο θα τα «στηρίξει». Σε παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνει να δίνω στις μητέρες την εξής συμβουλή – να πάρουν το παιδί τους στα χέρια τους με δύναμη και να το σφίξουν. Και το παιδί αμέσως ηρεμεί, διότι έχει την ανάγκη να κρατηθεί από κάτι πιο δυνατό και ισχυρό από το ίδιο. Σε περίπτωση που το παιδί είναι μεγαλύτερο, μόνο η λεκτική επιβολή της απαγόρευσης («Όχι, δεν σου επιτρέπω να συμπεριφέρεσαι μ’ αυτό τον τρόπο») επίσης το ηρεμεί. Ακόμη κι αν στην αρχή ξεσηκωθεί κι αρχίσει να αντιστέκεται, στο τέλος η απαγόρευση θα τον χαλιναγωγήσει και ηρεμήσει.


Ρ. Ντ: Σας βρίσκει σύμφωνη η σκέψη του Γάλλου συγγραφέα και ηθικολόγου Έρνστ Λογκουβέ, πως να διαπαιδαγωγούμε τα παιδιά σημαίνει να τα μάθουμε να στερούνται τους γονείς τους?

Κλ. Ντ.: Ναι, πολύ σωστή διατύπωση. Να διαπαιδαγωγούμε τα παιδιά σημαίνει να τους δώσουμε τα αναγκαία εργαλεία, μέσω των οποίων να μπορέσει να αποκοπεί και να ζει αυτόνομα. Να στερηθεί τους γονείς του δεν σημαίνει να σταματήσει να τους βλέπει, αλλά να μην χρειάζεται την συνεχή παρουσία τους. Παρόλαυτα υπάρχουν πολλοί γονείς, και πιο συγκεκριμένα μητέρες, οι οποίοι έχουν ανάγκη από κάποια παρόμοια εξάρτηση. Γιατί; Διότι, αυτή είναι μια σχέση, μέσα από την οποία οι γονείς αντλούν το αίσθημα της σιγουριάς. Σιγουριά, για το ότι πάντοτε θα υπάρχει κάποιος που θα τους αγαπά και θα έχει την ανάγκη να αγαπηθεί από τους ίδιους. Οι συζυγικές ή ερωτικές σχέσεις είναι πιο πολύπλοκες, εύκολα διαλύονται, τα ζευγάρια εύκολα μπορούν να έρθουν σε ρήξη και να χωρίσουν. Ενώ το παιδί θα βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση της μητέρας του, «της ανήκει», σε εισαγωγικά, όπως επίσης και η μητέρα με τη σειρά της «του ανήκει». Υπάρχουν μητέρες, οι οποίες έχουν τέτοια ανάγκη από παρόμοια σχέση εξάρτησης, οι οποίες υπερφροντίζουν τα τέκνα τους, οι οποίες γίνονται «αναντικατάστατες» για εκείνα, αντί να τους δίνουν τα απαραίτητα εφόδια για να αποκοπούν. Μ’ αυτό τον τρόπο καταδικάζεται το παιδί, και εν συνεχεία – ως ενήλικας, σε διάφορες ατυχίες.

 

Περίληψη

  • Η υπερκινητικότητα δεν είναι μονοσήμαντη και εκτείνεται από ένα αθώο σύμπτωμα των «άτακτων παιδιών», μέχρι την εκδήλωση άγχους στα παιδιά.
  • Η ψυχαναλυτική θεραπεία αποσκοπεί στην αποκωδικοποίηση του νοήματός της σε κάθε μία ξεχωριστή ιστορία.
  • Ο αυτοερωτισμός είναι φυσική για τα παιδιά λειτουργία, φτάνει να μην τα κλείνει μέσα στον δικό τους κόσμο.
  • Το κάθε παιδί έχει ανάγκη από περιορισμούς για να εγγραφεί μέσα στην κοινωνική ζωή, η έλλειψη απαγορεύσεων από την άλλη οδηγεί στην διαμόρφωση προβληματικών και ιδιότροπων παιδιών.
  • Ο σκοπός της διαπαιδαγώγησης είναι το παιδί να μάθει να στερείται τους γονείς του.

 

 


[i]  Η Κλοντ Μπουκοβζά είναι Γαλλίδα ψυχολόγος, η οποία μέχρι πρόσφατα προέδρευε σε μία από τις πιο σεβαστές ψυχαναλυτικές εταιρίας στη χώρα της – την Espace Analytique. Έχει εξειδικευτεί στην θεραπευτική δουλειά με μικρά παιδιά και εργάζεται στο ψυχιατρικό τμήμα για παιδιά στο νοσοκομείο Σαντ Ντενί, όπου πριν περισσότερο από 18 χρόνια ίδρυσε την λεγόμενη «Μονάδα για παιδιά και μητέρες». Γίνεται λόγος για ειδικά τμήματα στα νοσοκομεία της Γαλλίας, όπου μητέρες με τα νεογνά τους γίνονται δεκτοί, λόγω της ύπαρξης κάποιας παθολογίας στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως επίσης και για πρόληψη πιθανών επερχόμενων προβλημάτων στο παιδί. Σε τέτοιου είδους τμήματα οι ασθενείς παραπέμπονται από τις ανάλογες τοπικές δομές για την υγεία παιδιών και μητέρων, και οι υπηρεσίες που τους προσφέρονται είναι εντελώς δωρεάν. Η πολιτική τέροιων δομών είναι να γίνονται ταυτόχρονα δεκτές ένας αριθμός μητέρων, μαζί με τα παιδιά τους, και οι οποίες πρέπει οι ίδιες να φροντίζουν τα παιδιά τους (εκτός σε εξαιρέσεις) . Οι μητέρες επισκέπτονται τα κέντρα κατα τη διάρκεια της ημέρας, μερικές φορές τη βδομάδα, όπου έχουν την δυνατότητα να έρχονται σε επαφή όπως με άλλες μητέρες, έτσι και με ειδικούς.

[ii]  Η Ροζαλίνα Ντότσεβα έχει κατεύθυνση στις ανθρωπιστικές σπουδές και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημοσιογραφία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, «Άγιος Κλήμεντος της Αχρίδος». Από το 2003 παρακολουθεί τις διαλέξεις, οι οποίες διοργανώνονται από την «Βουλγαρική Εταιρία Ψυχαναλυτικού Χώρου» (Espace Analytique), αρχικά ως ακροάτρια, και εν συνεχεία ως μεταφράστρια. Έχει γράψει και μεταφράσει διάφορα κείμενα, ψυχαναλυτικού περιεχομένου.

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here