Το λιοντάρι της Σάμου

0
57

Γράφει ο Πέτρος Φούρναρης*

Τώρα τελευταία κάνει καθημερινά τον ίδιο δρόμο, με τον ίδιο τρόπο. Κάνει τις ίδιες κινήσεις. Όταν λέω ίδιες εννοώ πανομοιότυπες. Ακριβώς όπως χτες, προχτές, αντίπροχτες. Σαν μια ιεροτελεστία προς κάποιο Θεό αυστηρό, που απαιτεί από τον πιστό του να τηρεί το εθιμοτυπικό της λατρείας στην λεπτομέρεια…

Κατά ώρα έξι τον βλέπεις εκεί, στη χοάνη του δρόμου, να έρχεται με βήμα εντελώς ασυνήθιστο. Λες αυτός είναι. Άλλος δεν είναι. Ορκίζεσαι για αυτό, γιατί το βάδισμα είναι ολωσδιόλου ιδιόρρυθμο. Σε λίγο η κουκκίδα στη χοάνη ανθρωπεύεται περισσότερο. Ξεχωρίζεται από το σουλούπι, το άσπρο κεφάλι, η γέρικη μορφή όλο ευλάβεια του προσκυνητή. Έχει τις παλάμες κλειδωμένες πίσω στη μέση. Όπως έρχεται δε βλέπεις από τα χέρια παρά τα κόκαλα των ώμων. Κάθε τόσο σταματά να πάρει ανάσα, γιατί ο δρόμος είναι ανηφορικός και ούτε οι πιο νέοι καμιά φορά δεν καταφέρνουν να τον ανεβούν ως επάνω δίχως να ξαποστάσουν. Στις δυο στάσεις κάτι αλλάζει· ξανακινά με κεφάλι ανασηκωμένο, πιο πολύ από το φυσικό. Θα ΄λεγε κανείς ότι βλέπει τον ουρανό, αλλά αν παρατηρήσεις καλύτερα, όπως το κάνω τις τελευταίες μέρες, θα καταλάβεις ότι βλέπει το δέντρο, ακριβώς απέναντι από το εμπορικό κέντρο. Αυτό ξεκαθαρίζεται στην τρίτη στάση: κάτω απ’ το δέντρο. Είναι η πιο χρονοβόρα, αφού κάθεται εκεί και τρία λεπτά, με κορμί κορδωμένο και κεφάλι ριγμένο πίσω όσο δεν παίρνει. Τα δάχτυλα του, όπως μου έχει γυρισμένη την πλάτη, κλειδώνουν σφιχτότερα και νιώθω τις αρθρώσεις που σφίγγουν τα καφετιά χέρια με βία. «Ακόμα τίποτα», θα σκέπτεται μάλλον.

Το δέντρο αυτό είναι μια θαλερή ζακαράντα. Την έφεραν απ΄ την Αλεξάνδρεια το ‘57, την φύτεψαν εδώ, όταν χτιζόταν το σχολείο, κι έπιασε. Το καταχείμωνο απλώνει με αγριότητα τα ξερά και χοντροπέτσουρα κλωνάρια της προς τον ουρανό. Μοιάζει με ένα αλυσοδεμένο γίγαντα που ζητά οίκτο από το δήμιο του. Τα ακροκλώναρα έχουν το πάχος και την κοψιά των ανθρώπινων δαχτύλων κι όπως τα υψώνει στον άδειο ουρανό μοιάζει πάλι με ικέτη ή με ζητιάνο που έπεσε πάνω του η οργή του θεού. Όμως τι τραγικό λάθος να σκεφτείς έτσι για κείνο το κούτσουρο! Αυτό το δέντρο – η ζακαράντα – μόλις ζεστάνουν οι μέρες και η ζωή σκιρτήσει μέσα της, μεταμορφώνεται γρήγορα σε ένα πανόραμα απόλαυσης για τους μαθητές, τους περίοικους κι όσους ανηφορίζουν τον δύσκολο δρόμο. Μάη μήνα από τα ξερακιανά κλαδιά της σκάνε τσαμπιά-τσαμπιά μαβιά άνθη και πλουμίζουν το σώμα της. Τότε η ομορφιά τυλίγει το δέντρο. Τα πουλιά φτεροκοπούν σαστισμένα από μια τέτοια νεκρανάσταση. μα το βράδυ ξαναγυρνούν ησυχασμένα και κουρνιάζουν ανάμεσα στα μαβιά άνθη. Όλοι οι περαστικοί τότε έχουν να λένε για το θέαμα τούτο, ντόπιοι και ξενομερίτες. Οι πρώιμοι τουρίστες τραβούν συνεχώς φωτογραφίες καθώς ανεβοκατεβαίνουν το δρόμο, καλή ώρα όπως ο κυρ-Σωτήρης που λέμε… Το καλοκαίρι σταματάει αυτό, γιατί με το που σκάνε τα σύνθετα φυλλαράκια του δέντρου τα άνθη σβήνουν και πέφτουν. Δε δίνει πια κανείς σημασία, μέχρι που να μυρίσει φθινόπωρο. Τότε πετάει τα φύλλα και ξαναπέφτει στο λήθαργο του χειμώνα. Όμως η ζακαράντα, πριν να ξεντυθεί τα φύλλα της, για να πέσει στο χειμερινό κρεβάτι, ανθίζει μια τελευταία φορά τα μαβιά άνθη της σαν για αποχαιρετισμό. Και οι στερνοί τουρίστες του καλοκαιριού, με κάμερες και με μηχανές, πάλι μιλούνε για αυτό το δέντρο.

Αυτόν ακριβώς το δευτερανθό είναι που οι κυρ-Σωτήρης περίμενε εκείνο το Σεπτέμβρη που μύριζαν κιόλας οι βροχές του, αυτό το στερνό ανθοβόλημα. Το κατάλαβα ένα υγρό απόγευμα που το νησί είχε ερημώσει από ξένους και οι δρόμοι είχανε αδειάσει. Τότε ο κυρ-Σωτήρης έκανε κάτι που συντάραξε τη γειτονιά μας και το μικρό εμπορικό κέντρο. Άλλαξε το καθιερωμένο εθιμοτυπικό τού περιπάτου του: η τρίτη στάση από τρία λεπτά που διαρκούσε έφτασε τη μισή ώρα, την επομένη τη μια ώρα και την μεθεπόμενη τις δυο. Τον λυπήθηκα τον Κυρ-Σωτήρη έτσι που ξεροστάλιαζε κάτω απ΄ το δέντρο, σε μια πρωτοφανή ακινησία, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο ξερακιανό του πρόσωπο, τις παλάμες του σφιγμένες πίσω απ΄ την πλάτη και το κεφάλι ριγμένο πίσω σαν ξεκολλημένο. Στο καφενείο, όπου περίμεναν την άφιξή του, οι ταβλαδόροι δεν τέλειωσαν το παιχνίδι, οι συζητήσεις περί πολιτικής έμειναν ανοιχτές. Όλοι μαζεύτηκαν επί τόπου να καλαμπουρίσουν με το παράξενο θέαμα που μόνο οι έγκλειστοι του ψυχιατρείου μπορούν να προσφέρουν στους αργόσχολους, σπάζοντας έτσι τη ρουτίνα της επαρχιώτικης καθημερινότητας τους..

Τον πλησίασα διακριτικά, ανήσυχος για αυτήν την εμμονή του.

Κατάλαβε πως υπήρχε κάποιος δίπλα του.

-Πέρσι τέτοια εποχή ήταν ανθισμένη, είπε με φωνή κομμένη, σαν να ερχόταν από κάπου μακριά.

Θυμήθηκα τη σκηνή: όχι μόνο ήταν ανθισμένη τέτοια εποχή, αλλά και είχε αρχίσει να ρίχνει τα φύλλα της.

Στο σχολείο ένα απαλό και ψυχρό αεράκι έκανε τον κόσμο να ριγεί μουδιασμένος στα πάνινα καθίσματα, αλλά ήταν και μια απρόβλεπτη σιωπή που είχε παγώσει την καρδιά μας. Ο κυρ-Σωτήρης σαν φάντασμα από κάποιο μακρινό παρελθόν – που αλίμονο ήταν τόσο κοντά! – είχε σταματήσει να απαγγέλει τετράστιχα και τραγούδια, όλα προβαρισμένα και μαθημένα με κόπο από τους ψυχολόγους του νεοσύστατου θεατρικού σχήματος. Τα μάτια του, με μιαν αλλόκοτη, παράξενη και μεθυσμένη τρέλα μέσα τους, είχαν διασταλεί και κοιτούσαν ποιος ξέρει τι φαντάσματα του παρελθόντος, ποια αγαπημένα και ξεχασμένα πρόσωπα. Ήταν κι αυτός τώρα ξεχασμένος και λησμονημένος. Μέσα στη σιωπή του ο κυρ-Σωτήρης έδειχνε ξένος κι αλλιώτικος από τον άνθρωπο που γνώριζα ως τώρα. Λίγες στιγμές πριν αρχίσει η παράσταση, λίγο πριν ανέβει στο σανίδι, τον είχε πάρει το μάτι μου να συζητά, περικυκλωμένος όπως πάντα από νεαρές υπάρξεις, να χαμογελά και να διηγιέται.

Πάντα διηγιέται ιστορίες του πολέμου που περιέχουν όλη τη φρίκη και την αηδία του. Λέει για τους μελαψούς αραπάδες με τις μακριές κελεμπίες που βλέπανε στην Αλεξάνδρεια· για τις ατελείωτες πορείες στην έρημο χωρίς νερό και τρόφιμα· για τα ψόφια άλογα που ξουράφιζαν οι Ιταλοί και τρώγανε για να μη πεθάνουν απ΄ την πείνα: “Νεκροί χιλιάδες. Ούλος ο τόπος γιομάτος πεθαμένοι. Μέχρι που πιάνει το μάτι σου. Οι εχτροί πάμπολλοι. Μιλιούνια. Αλλά το Λιοντάρι τους έπαιρνε ούλους, γιατί ήταν από το Θεό. Την καμπάνα του Άη-Γιώργη κάτω στο χωριό, στη Σάμο, δε την σήκωναν δέκα νομάτοι να την κρεμάσουν στο καμπαναριό. Ήρθε το Λιοντάρι δυο μέτρα μπόι, μέχρι κι απάνω, και την σήκωσε από μοναχός του.» «Πώς;», ρωτάγαμε. «Γιατί είναι από το Θεό!», έλεγε και ξανάλεγε ο κυρ-Σωτήρης, εννοώντας αυτή την ηράκλεια δύναμη τη χαρισμένη σε λίγους. Εμείς ακούγοντάς τον γελάγαμε, αλλά ήμασταν δασκαλεμένοι για τούτο το παραλήρημα. Κι όταν μας έκανε τάχα μου τάχα μου ότι έπαιζε με τα δάχτυλα μιαν αόρατη πίπιζα γελούσαμε μέχρι δακρύων, κι ερχόταν τότε ένας φύλακας ασθενών με μια αγκαλιά μουστάκια κι όπως ήτανε κεφισμένος από το κρασί και το γλέντι, τον σιγοντάριζε στην πίπιζα και μεις ακούγαμε… Ήταν γέρος ο κυρ-Σωτήρης και σήμερα που γράφω ακόμα πιο γέρος, αλλά έχει μια ψυχή μικρού παιδιού. Λύσσαζε άμα του λέγανε πως το μικρό παιδάκι, το καθυστερημένο, που είχε πάντα δίπλα του, υπό την προστασία του, το είχε βάλει κάποιος στο μάτι και θα το ΄κλεβε. Πυρ και μανία γινόταν. Το προστάτευε με όποιους τρόπους μπορούσε… Φώναζε. Έβριζε. Γεννιόταν μέσα του το πατρικό ένστικτο; Ο αλτρουισμός; Ο έμφυτος ανθρωπισμός που έχουμε ριζωμένο βαθιά μέσα μας και υπονομεύει το θηρίο;

Ο κυρ-Σωτήρης μετά τη διάλυση της πρώτης ταξιαρχίας, και αφού πέρασε των παθών του τον τάραχο στις φυλακές και στα σύρματα της Αφρικής, γύρισε μια μέρα στη Σάμο. Ίδια τύχη τον περίμενε κι εκεί. Ποτέ δεν ηρεμήσανε τα πράγματα για εκείνον. Στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών, αφού είχε κομμουνιστική δράση, τον μαζέψανε στην ασφάλεια και του ρίξανε ένα γερό μπερντάκι. «Μετατραυματική επιληψία», είπαν και τον κλείσανε στο ψυχιατρείο αυτή τη φορά. Εδώ πια, με τις σύγχρονες μεθόδους, έχασε για καλά την ησυχία του κι από το ΄67 μόνο σήμερα αυτός ο παλαίμαχος της ζωής άρχισε να περνιέται για άνθρωπος. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Η ουσία είναι πως δεν είναι πια στους τέσσερεις τοίχους. Βγήκε έξω. Άρχισε να περιδιαβάζει τα δρομάκια και τα λιμάνια, να συζητά και να καλαμπουρίζει για τα περασμένα και που και που να ρίχνει πονηρές ματιές στα κοριτσάκια που τον συνοδεύουν στους περιπάτους του. Τότε ένα χαμόγελο πονηρόγερου γράφεται στα άσπρα μουστάκια του, που τελειώνει σε κάποιο πονηρό στιχάκι: «Δυο ελιές και δυο κουκούτσα, οι παρθένες θέλνε πούτσα…»

Μα εκείνο το απόγεμα πάνω στο παλκοσένικο ο κυρ-Σωτήρης έπαψε ν΄ αστειεύεται, να λέει πιπεράτα ανέκδοτα. Ένας παλιός αγωνιστής και συντοπίτης του τον βρήκε, που τον είχε για χαμένο, και μιλήσανε για τα λησμονημένα. Έτσι έμαθα για το λιοντάρι της Σάμου, για τον παλιό κυρ-Σωτήρη, τον καπετάνιο, το ζωντανό θρύλο της αντίστασης και της Αλεξάνδρειας. Όταν ήρθε η σειρά του να απαγγείλει πάνω στη σκηνή, σαν μια παλιά ανάμνηση, σοβαρή, ιερή, τού πήρε τη μιλιά. Οι κόρες του διεστάλησαν σαν κάποιος να στάλαξε μέσα τους το ομορφότερο όνειρο και η μορφή του γλύκανε. Έμεινε μετέωρος να αφουγκράζεται τη σιωπή των ανθρώπων και του αέρα που φυσούσε. Και τότε άρχισαν να πέφτουν πάνω στο παλκοσένικο τα φύλλα της ζακαράντας που είχε ήδη ανθίσει κι ετοιμαζόταν για το λήθαργο του χειμώνα. Κι ήταν σαν να τον ραίνανε κείνα τα φύλλα, σαν να του χαρίζανε μια δεύτερη νιότη.

Ναι. Η ζακαράντα ήταν ανθισμένη τέτοια εποχή πέρυσι. Φέτος όμως ο άνθρωπος περίμενε τα άνθη της να φανούνε με μια αγωνία που σε συνέπαιρνε. Μαζεύτηκαν περαστικοί και προσπάθησαν να  αποσπάσουν την προσοχή του από το δέντρο, μα χωρίς αποτέλεσμα. Πολλοί φτιάξανε καφέδες και βολεύτηκαν στις πεζούλες του σχολείου, άλλοι κουνούσαν αποδοκιμαστικά το κεφάλι τους. Τα παιδιά γελούσαν με απογυμνωτική αθωότητα κι όσο κατέβαινε ο ήλιος, τόσο τα βλέμματα πλήθαιναν πάνω στο δέντρο, τόσο ο δρόμος γέμιζε προς τη χοάνη του. Ήταν σαν μια διαδήλωση διαμαρτυρίας, αλλά κανείς δεν φανταζόταν το λόγο…

Κατέβασα τα μάτια μου στα μάτια του κυρ-Σωτήρη, όταν οι άνθρωποι, μες στο σούρουπο, έμοιαζαν να αναζητούν κάτι χαμένο στις φυλλωσιές του δέντρου. Με κοιτούσαν με ένα ζεστό χαμόγελο και μου φάνηκε πως είδα μια στιγμή ανθισμένη μέσα τους, τη δικιά του δεύτερη νιότη…

———————————

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

*O Πέτρος Φούρναρης είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963 και ζει στη Λέρο. Ασχολείται με το διήγημα και τη μετάφραση. Πεζά του έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο: Πλανόδιον-ιστορίες Μπονζάι, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Πλανόδιον, Έκφραση Λόγου και Τέχνης).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here